«Βαρύς» ο Νέος Προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Γράφει ο Κωτάντζης Ι. Κωνσταντίνος Ευρωπαιολόγος – Δημοσιογραφικός αναλυτής ευρωπαϊκών θεμάτων

 

Με απών το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσίασε εχθές Τετάρτη (2 Μαΐου) στις Βρυξέλλες, την πρότασή της για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της, ο οποίος θα καλύψει την περίοδο 2021-2027.

Ο τρέχων προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επταετία 2014-2020 αγγίζει τα €155 δισεκατομμύρια ετησίως και αντιστοιχεί περίπου στο 1,03% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περίπου το 40% διανέμεται στους αγρότες, το 34% δαπανάται για την οικονομική, κοινωνική και περιφερειακή συνοχή ενισχύοντας τις φτωχότερες περιφέρειες με έργα υποδομών, ενώ μέρος του, καταλήγει σε δράσεις για την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών της Ένωσης.

Ωστόσο, οι προτεραιότητες της Ευρώπης έχουν πλέον αλλάξει λόγω διαφόρων εξελίξεων με κυριότερες το Brexit, το μεταναστευτικό και την ανάγκη, της μερικής προς το παρόν, στρατιωτικής ενοποίησης της Ένωσης εντός του ΝΑΤΟ. Στο πλαίσιο του μεταναστευτικού προβλήματος, για παράδειγμα, η Επιτροπή σχεδιάζει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην προστασία των συνόρων της Ευρώπης με μέτρα όπως η αύξηση, περισσότερο από το πενταπλάσιο, του υπάρχοντος προσωπικού της Frontex, σε περίπου 6.000 άτομα.

Για αυτό και προκειμένου, να καλυφθεί το κενό ύψους €12 έως 14 δισεκατομμυρίων ετησίως που θα δημιουργηθεί μετά την αποχώρηση της Βρετανίας καθώς και για να ενισχυθούν, περαιτέρω, οι τομείς Μετανάστευσης, Άμυνας και Καινοτομίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο εκτελεστικός βραχίονας της Ένωσης, πρότεινε την αύξηση του προϋπολογισμού σε περίπου €1,279 τρισεκατομμύρια, ποσό που ισοδυναμεί με €182,7 δισεκατομμύρια ετησίως. Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτή την αύξηση των €27,7 δισεκατομμυρίων το χρόνο καλείται να την πληρώσει μια μικρότερη Ευρωπαϊκή Ένωση 27 μελών αντί των 28 που ήταν με τη Βρετανία.

Το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θέτει ως στόχο να φτάσουν οι συνολικές δαπάνες στο περίπου 1,114% του ΑΕΠ της Ένωσης για το 2021-2027. Τα κεφάλαια θα εξοικονομηθούν με αναθεώρηση του προϋπολογισμού της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και περικοπές ύψους περίπου 5% στις δαπάνες για τον αγροτικό τομέα, με περικοπές 7% στην περιφερειακή υποστήριξη και με απαίτηση για μεγαλύτερη εθνική συμμετοχή στις ευρωπαϊκές δαπάνες.

Πολλά κράτη-μέλη ανησύχησαν ότι η επόμενη ΚΑΠ θα επανεθνικοποιηθεί, κάτι που απέκλεισε ο αρμόδιος Επίτροπος Φιλ Χόγκαν, ο οποίος πρότεινε την αύξηση της συνεισφοράς των κρατών-μελών στον Κοινοτικό προϋπολογισμό ώστε να μην χρειαστεί να μειωθούν οι δαπάνες για τον αγροτικό τομέα.

Ανησυχία προκαλεί και η μελλοντική χρήση του Ταμείου Συνοχής που χρηματοδοτεί την ανάπτυξη των λιγότερο εύπορων μελών της Ένωσης χρησιμοποιώντας το 34% του προϋπολογισμού αποτελώντας, έτσι, το δεύτερο μεγαλύτερο πρόγραμμα χρηματοδότησης της Ένωσης. Τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα διοχετεύονται σήμερα στην Ανατολική Ευρώπη, σε χώρες του πρώην Σοβιετικού μπλοκ, οι οποίες εξακολουθούν να υστερούν οικονομικά.

Εδώ είναι που αρχίζουν οι προστριβές στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Ανατολική Ευρώπη ανησυχεί ότι τα σχέδια της Επιτροπής συνδέουν την οικονομική βοήθεια, στο πλαίσιο της εφαρμογής της Πολιτικής Συνοχής, με το σεβασμό του Κράτους Δικαίου. Η Πολωνία και η Ουγγαρία, οι οποίες αμφισβητήθηκαν από τις Βρυξέλλες για ζητήματα δημοκρατίας, αντιδρούν έντονα, ισχυριζόμενες ότι έχουν αυτή την αντιμετώπιση επειδή δεν δέχτηκαν πρόσφυγες στο έδαφός τους. «Δεν θα δεχθούμε αυθαίρετους μηχανισμούς που θα καταστήσουν τα ευρωπαϊκά κεφάλαια ένα μέσο πολιτικής πίεσης» δήλωσε ο αναπληρωτής υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Πολωνίας Κόνραντ Σιμάνσκι.

Από την άλλη όμως, η Νότια Ευρώπη απαιτεί την ανακατανομή των παραπάνω κεφαλαίων. Κράτη-μέλη όπως η Ισπανία και η Ιταλία ζητούν περισσότερη χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση της μαζικής ανεργίας των νέων. Η Ελλάδα επίσης διαμαρτύρεται για τις περικοπές στην Πολιτική Συνοχής, με τον Έλληνα αναπληρωτή υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης Αλέξη Χαρίτση να δηλώνει ότι: «Η πολιτική συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξυπηρέτησε καλά την Ελλάδα, θα πρέπει να αναβαθμιστεί στο μέλλον».

Ένα ακόμα σημείο τριβής μεταξύ Επιτροπής και κρατών-μελών είναι η πρόθεση της Επιτροπής να δημιουργήσει νέες πηγές εσόδων, συμπεριλαμβανομένων της είσπραξης, από την Ένωση, των εσόδων από την πώληση αδειών ρύπανσης στις επιχειρήσεις και του φόρου επί των μη ανακυκλώσιμων πλαστικών. Αυτό προκαλεί την αντίδραση των κρατών-μελών που παραδοσιακά είναι απρόθυμα να παραχωρήσουν στις Βρυξέλλες φορολογικές αρμοδιότητες. Παρόλα αυτά, ο Επίτροπος Προϋπολογισμού και Ανθρωπίνων Πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης Γκίντερ Έτινγκερ επέμεινε λέγοντας ότι: «Με τις νέες αυτές πηγές εσόδων πιστεύουμε ότι μπορούμε να καλύψουμε το κενό του Brexit στο 50%».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει συμφωνία για τον προϋπολογισμό πριν από τις επερχόμενες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Μάιο του 2019, δύο μήνες αφότου θα έχει αποχωρήσει η Βρετανία από την Ένωση. Τα κράτη-μέλη το θεωρούν αδύνατον, δεδομένων των διαφωνιών.

Κάποια κράτη-μέλη συμπεριλαμβανομένης της Αυστρίας και της Ολλανδίας, αντιτάσσονται στο αίτημα για αυξημένες εθνικές συνεισφορές. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Καγκελαρίου της Αυστρίας Σεμπάστιαν Κουρτς: «Η πρόταση της Επιτροπής για το νέο προϋπολογισμό περιέχει κάποιες θετικές προσεγγίσεις για τον εκσυγχρονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά απέχουμε ακόμα από μια αποδεκτή λύση. Στόχος μας για την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά το Brexit είναι να την καταστήσουμε οικονομικότερη και αποτελεσματικότερη».

Από την άλλη, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν δηλώσει ότι προτίθενται να πληρώσουν περισσότερα.

Τον τελευταίο λόγο για το σχέδιο του προϋπολογισμού της Επιτροπής τον έχει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (οι αρχηγοί κρατών των 27 μελών της Ένωσης), το οποίο θα πρέπει να εγκρίνει την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ομόφωνα.

Κοινοποιήστε
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •