Η τουρκική απειλή και η στρατηγική της Ελλάδας

Γράφει η Αννέτα Π. Δήμτσα *

Η θέση της Ελλάδας είναι δύσκολη, καθώς η Τουρκία παραμένει ένας κακός γείτονας. Παρ’όλα αυτά, τόσο η θέση της μίας, όσο και της άλλης, έχουν διαφοροποιηθεί σε σχέση με το παρελθόν.

Τα μεγαλεπήβολα σχέδια της Τουρκίας και του ηγέτη της διακρίνουν κάθε της κίνηση τα τελευταία χρόνια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα νεο – οθωμανικά της σχέδια, όπως το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», θέτοντας στο στόχαστρο θαλάσσιες περιοχές εντός της Ελλάδας και της Κύπρου, η στρατηγική αύξησης της ήπιας ισχύος στα Βαλκάνια και τον μουσουλμανικό κόσμο, το επίπεδο των επαφών με το Ιράν, τη Ρωσία, καθώς και τις ΗΠΑ. Όλα αυτά καταδεικνύουν τη βασική επιδίωξη της Τουρκίας που είναι η αλλαγή του status quo και η κατάκτηση μίας ανώτερης θέσης στην ιεραρχία του διεθνούς συστήματος. Ο βασικός λόγος για την επιθετική στάση της Τουρκίας οφείλεται στο ρόλο που θέλει να διαδραματίσει στην περιοχή, γι’αυτό και η κυβέρνησή της διαρκώς επιχειρεί να την αναδείξει ως μία περιφερειακή υπερδύναμη.

Ανάγκη αλλαγής πλεύσης για την εθνική στρατηγική της Ελλάδας

Τα κράτη μάχονται για την επιβίωσή τους και την αύξηση της ισχύος τους. Το ίδιο κάνει και η Τουρκία, η οποία, έχοντας μελετήσει ορθά το διεθνές περιβάλλον, κατανόησε ότι η ακινησία προκαλεί φθορές και παράλληλα, ότι υπάρχουν ευκαιρίες για τα περιφερειακά κράτη που είναι καλά οργανωμένα, ούτως ώστε να μεγιστοποιήσουν τα συμφέροντά τους με τις νέες ισορροπίες του διεθνούς συστήματος.

Η Ελλάδα όμως, εμμένει σε μία πολιτική έναντι της Τουρκίας, η οποία όχι μόνο δεν έχει επιφέρει αποτελέσματα έως τώρα, αλλά αντίθετα, αύξησε το ποσοστό των διεκδικήσεών της εναντίον της πρώτης. Έχοντας υιοθετήσει τη στρατηγική του κατευνασμού (ο κατευνασμός ορίζεται ως η στρατηγική διπλωματικών ,οικονομικών ή πολιτικών παραχωρήσεων που στοχεύουν στην εξαγορά ενός κράτους – επιτιθέμενου ώστε να αποφευχθεί η ένοπλη σύγκρουση), η Ελλάδα χάνει αντί να κερδίζει. Κι αυτό καθώς το διεθνές περιβάλλον ασφάλειας χαρακτηρίζεται από έντονη ρευστότητα και σαν αποτέλεσμα η χώρα πρέπει να απαντήσει με πειστικό τρόπο στις τουρκικές προκλήσεις.

Είναι επόμενο ότι η Ελλάδα όντας ένα φιλειρηνικό κράτος, έχει την πρόθεση να διαχειριστεί τις όποιες διαφορές με ειρηνικό και διπλωματικό τρόπο, ωστόσο η άσκηση του κυριαρχικού δικαιώματος έχει πρότερη θέση έναντι των συνομιλιών. Σε καμία των περιπτώσεων ένα κράτος που επιθυμεί την επίτευξη της ασφάλειας και της ισχύος του, δεν θέτει ή έστω αφήνει να υπονοηθεί ότι η άσκηση των κυριαρχικών του δικαιωμάτων βρίσκεται υπό την αίρεση ενός άλλου κράτους. Πόσο μάλλον αναθεωρητικού και απειλητικού, όπως είναι η Τουρκία.

Επίσης, δηλώσεις ή ακόμα και συμπεριφορές που υποδηλώνουν φόβο, αδυναμία και υποχωρητικότητα απέναντι στους κινδύνους, καθώς και αβέβαιες κινήσεις σε ό,τι αφορά στη διαχείριση των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής, αποδυναμώνουν την εικόνα μίας χώρας και συνάμα την αξιοπιστία της.

Για το λόγο αυτό είναι καίριο η Ελλάδα να αποκλείσει την όποια κατευναστική στάση διατηρεί έως τώρα και οφείλει να υιοθετήσει μία νέα στρατηγική έναντι της γείτονος, αναθεωρώντας έτσι την κουλτούρα της. Υπάρχουν αρκετές λύσεις και επιλογές που μπορεί να εφαρμόσει το ελληνικό κράτος. Καμία εξ’αυτών δεν είναι εύκολη, παρ’όλα αυτά μπορεί να αξιοποιήσει όλα τα απαραίτητα στρατηγικά εργαλεία έχει στην κατοχή της και σε συνδυασμό με την ορθή εκτίμηση των απειλών και την εκ νέου κατανόηση του διεθνούς γίγνεσθαι, να δημιουργήσει μία νέα εθνική στρατηγική που θα αναδείξει τη θέση και την ισχύ της και θα λειτουργήσει υπέρ της αποτροπής των όποιων απειλών. Ας μην λησμονούμε ότι η Ελλάδα έχει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να το επιτύχει. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι η Τουρκία υπερισχύει και να δρούμε με αυτό ως γνώμονα. Το ελληνικό κράτος μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίσει τις απειλές που δέχεται αν όντως επιθυμεί τη διατήρηση του status quo.

*Η Αννέτα Π. Δήμτσα είναι Επιστήμονας Κοινωνικής Πολιτικής και μεταπτυχιακή φοιτήτρια Στρατηγικών Σπουδών και Διεθνούς Πολιτικής