Ευρωπαϊκή «Σκληρή Δύναμη»… στις προκλήσεις των καιρών

 

Γράφει ο Κωτάντζης Ι. Κωνσταντίνος
Ευρωπαιολόγος – Δημοσιογραφικός αναλυτής ευρωπαϊκών θεμάτων

Η στρατιωτική παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στο παγκόσμιο γίγνεσθαι έχει αρχίσει να απασχολεί, πολύ έντονα, τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας σε ολόκληρη την ήπειρο.

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο καθένας υπό το πρίσμα της εθνικής γραμμής που υπηρετεί, συμφωνούν ότι η Ένωση δεν μπορεί να ασκεί, πλέον, την εξωτερική της πολιτική ως μια «ήπια δύναμη» (soft power) ειρήνης. Έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι μπορεί να έχουν τη δυνατότητα να ανταπεξέρχονται σε εμπορικούς πολέμους μέσα από τις λειτουργίες και τα εργαλεία μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης – παγκόσμιο οικονομικό γίγαντα – αλλά είναι ανήμποροι να προωθήσουν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα απέναντι σε ισχυρές στρατιωτικά δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα.

Αν και λίγοι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι πρόθυμοι να μεταβιβάσουν στις Βρυξέλλες εθνική κυριαρχία στον τομέα της Άμυνας, καθώς εξακολουθούν να την θεωρούν αποκλειστικό ζήτημα του κάθε κράτους-μέλους, το συμπέρασμά τους είναι ότι, τελικά, η χρήση «σκληρής ισχύος» (hard power) σε αντιδιαστολή με την εφαρμοζόμενη «ήπια δύναμη» (soft power), είναι πλέον απαραίτητη για την επιβίωση της Ευρώπης.

Στις Βρυξέλλες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει να συμπεριληφθεί στον επόμενο μακροπρόθεσμο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό της Ένωσης, η ενίσχυση του, πρόσφατα θεσμοθετημένου, Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας με το ποσό των €13 δισεκατομμυρίων. Με αυτά τα κεφάλαια, μεταξύ άλλων, θα επεκταθεί και ο υπάρχων κατάλογος των 17 διακρατικών αμυντικών δράσεων που έχει εγκρίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο πλαίσιο της στρατιωτικής συνεργασίας με την ονομασία Μόνιμη Δομημένη Συνεργασία (PESCO). Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε να δημιουργηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια Γενική Διεύθυνση για την Άμυνα.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, προτρέπει τα κράτη-μέλη να προχωρήσουν σε στρατηγική ενοποίηση, δηλώνοντας ότι «η ήπια δύναμη από μόνη της δεν είναι αρκετά ισχυρή σε έναν ολοένα και περισσότερο στρατιωτικοποιημένο κόσμο».

Αναφερόμενος στην ανησυχητική έλλειψη κοινού στρατιωτικού σχεδιασμού από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν κάλεσε για «κοινή δύναμη παρέμβασης, κοινό αμυντικό προϋπολογισμό και κοινό δόγμα δράσης».

Στην ίδια γραμμή και ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπάν, ο οποίος ζητά τη συγκρότηση ευρωπαϊκού στρατού.

Αν και επιφυλακτική, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ είναι επίσης θετική. Σε σχετική της δήλωση είπε: «Ας είμαστε ειλικρινείς – η Ευρώπη βρίσκεται ακόμα στην αρχή όσον αφορά την κοινή εξωτερική της πολιτική. Ωστόσο, για να επιβιώσουμε, θα χρειαστούμε μια κοινή εξωτερική πολιτική καθώς η φύση των συγκρούσεων έχει αλλάξει ριζικά από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Στο κατώφλι της Ευρώπης λαμβάνει χώρα πλήθος παγκόσμιων συγκρούσεων. Και δεν μπορούμε.

να επαναπαυόμαστε ότι θα μας προστατεύσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αντίθετα, η Ευρώπη πρέπει να πάρει το πεπρωμένο της στα χέρια της. Αυτή είναι η δουλειά μας για το μέλλον».

Η κ. Μέρκελ αναφέρθηκε και στο άναρχο συνονθύλευμα οπλικών συστημάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη, κάτι που τόνισε και ο Γερμανός χριστιανοδημοκράτης ευρωβουλευτής Μίχαελ Γκάλερ λέγοντας πως «κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί υπάρχουν 178 διαφορετικά οπλικά συστήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση όταν οι ΗΠΑ διαθέτουν 30». Συμπληρώνοντας είπε ότι «οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν έναν μόνο τύπο άρματος, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε 17».

Με αφορμή την έγκριση, τον Ιούλιο, ενός ομοσπονδιακού κεφαλαίου €500 εκατομμυρίων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 2019-2020 με σκοπό την έρευνα και ανάπτυξη αμυντικών βιομηχανικών προϊόντων, ο κ. Γκάλερ δήλωσε: «Μόνο μαζί, είμαστε ισχυροί. Μόνο ενωμένοι θα αντιμετωπίσουν οι Ευρωπαίοι τις προκλήσεις από τη Ρωσία, την διάλυση των κρατών στη γειτονιά της Ευρώπης και, δυστυχώς, την απρόβλεπτη αμερικανική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας».

Σύμφωνα με Ευρωπαίο αξιωματούχο, μια ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία θα βοηθήσει στη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από την Ουάσιγκτον. «Επί του παρόντος, όλα βασίζονται στην τεχνολογία των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου», δήλωσε ο αξιωματούχος. «Μόλις προχωρήσει η βιομηχανική έρευνα, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι σε θέση να επιλέξουν μεταξύ προϊόντων των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Υπάρχουν όμως και Ευρωπαίοι ηγέτες που διστάζουν να στηρίξουν έναν ανεξάρτητο ευρωπαϊκό στρατό φοβούμενοι την αντίδραση των ψηφοφόρων τους αλλά και τον κίνδυνο αποδυνάμωσης του ΝΑΤΟ.

«Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να είναι η καλύτερη εγγύηση για την ειρήνη και την ασφάλεια» δήλωσε ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Μάρκ Ρούτε. Εντούτοις, συμπλήρωσε ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα κάνει τίποτα». Επιπλέον, ο κ. Ρούτε έχει εκφράσει τη στήριξή του στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας και στη Μόνιμη Δομημένη Συνεργασία (PESCO) των 25 από τα 28 κράτη-μέλη.

Παρόλες τις δυσκολίες, υπάρχει πρόοδος στη στρατιωτική συνεργασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση μεταξύ των κρατών-μελών που εντάχθηκαν στην PESCO. Τον Μάρτιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε έναν αρχικό κατάλογο δράσεων, μεταξύ των οποίων, η δημιουργία Ευρωπαϊκής Διοίκησης Υγειονομικού, η ανάπτυξη ομάδων ταχείας αντίδρασης στον κυβερνοχώρο και η κατασκευή ενός τεθωρακισμένου οχήματος πεζικού από την Ιταλία, την Ελλάδα και τη Σλοβακία. Οι υπουργοί Άμυνας των κρατών-μελών εξετάζουν άλλα 33 παρόμοια έργα.

Ο δρόμος, βέβαια, είναι ακόμα μακρύς για τη μετατροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε στρατιωτική υπερδύναμη, ικανής να αντιμετωπίσει τη Ρωσία, και να ασκήσει παγκόσμια επιρροή ενεργώντας ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο αμυντικός προϋπολογισμός, των οποίων, για το 2018, αγγίζει τα $700 δισεκατομμύρια.

Σε πολιτικό επίπεδο, ακόμα κυριαρχεί το ερώτημα για το πόση «σκληρή δύναμη» θα παραχωρήσει το κάθε κράτος-μέλος στον έλεγχο των Βρυξελλών – ένα ζήτημα που περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες εξαιρούν την άμεση χρηματοδότηση οπλικών συστημάτων και στρατιωτικών επιχειρήσεων από τον κοινοτικό-ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Σύντομα, πάντως, οι προκλήσεις των καιρών θα καταστήσουν σαφές αν τα κράτη-μέλη της Ένωσης διαθέτουν την πολιτική βούληση, τις τεχνικές δυνατότητες, τους οικονομικούς πόρους και, κυρίως, την αμοιβαία εμπιστοσύνη που είναι απαραίτητη για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Κοινοποιήστε
  • 35
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
    35
    Shares
  • 35
  •  
  •