«Επιδημία και συλλογικότητα»

Γράφει η Μαρία Βαμβούρη*

Η εμπειρία της επιδημίας Covid-19 που πλήττει τον πλανήτη, μας καλεί να δώσουμε απαντήσεις άμεσες και συλλογικές. Οι συλλογικές αποφάσεις που λαμβάνονται απαιτούν από το άτομο να παρακάμψει τις ατομικές του ελευθερίες και επιλογές στο όνομα της αναγκαιότητας μιας συλλογικής, κοινής, δράσης.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να κατανοήσουμε την έννοια της συλλογικότητας και το πώς λειτουργεί σε περιόδους επιδημίας. Ένας από αυτούς είναι να στραφούμε σε έναν άλλο πολιτισμό, στις δικές του λογικές κατηγορίες και μεθόδους αντιμετώπισης της επιδημίας και αυτό όχι για να τις συγκρίνουμε αξιολογικά με τις δικές μας αλλά για να επανεξετάσουμε τις απαντήσεις μας στην επιδημία με το ανανεωμένο όμως βλέμμα που αποκτούμε μετά από την αποστασιοποίησή μας από τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζούμε.

Οι περιγραφές και οι διηγήσεις επιδημίας στην αρχαία Ελλάδα μπορούν αναμφισβήτητα να αποτελέσουν το έναυσμα και το έρεισμα για να εμβαθύνουμε στην έννοια της συλλογικότητας σε περιπτώσεις επιδημίας.

Πρέπει πρώτα να διευκρινήσουμε πως στις πραγματείες της Ιπποκρατικής συλλογής που φέρουν τον τίτλο Επιδημίες όπως και στο Περί αέρων, υδάτων και τόπων, το ρήμα ἐπι-δημέω και το ουσιαστικό ἐπι-δημία δεν περιγράφουν τη ξαφνική εξάπλωση μιας μολυσματικής νόσου, αλλά αναφέρονται στην επανεμφάνιση μιας ασθένειας που ἐν-δημεῖ δηλαδή εγκαθίσταται σε έναν τόπο και χτυπάει με περιοδικότητα έναν πληθυσμό. Αυτού του είδους οι κοινές ασθένειες διαφοροποιούνται από τις σποραδικές που αφορούν το άτομο και σχετίζονται με τη διατροφή του και τον τρόπο ζωής του γενικότερα. Στις κοινές ασθένειες ανήκουν και οι λοιμώδεις που είναι ουσιαστικά κάτι ανάλογο με τις επιδημίες όπως τις εννοούμε σήμερα. Οι συγκεκριμένες ασθένειες είναι επιθετικές, οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες και μεταδίδονται με την μεταφορά του αέρα.

Οι θεραπείες που εφαρμόστηκαν από τους ιπποκρατικούς γιατρούς σε περιπτώσεις «λοιμικού νοσήματος» υποδεικνύουν πως συλλογικότητα και διαφορετικότητα δεν είναι αντιθετικές αλλά συμπληρωματικές έννοιες. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση της «λοιμικής» ασθένειας που χτύπησε επιθετικά τις ελληνικές πόλεις τον 5ο αι. π.χ. Σύμφωνα με τις Ιπποκρατικές επιστολές, ο Ιπποκράτης έστειλε γιατρούς στις πόλεις με οδηγίες για το πως έπρεπε να προφυλάξουν και να θεραπεύσουν τους κατοίκους. Οι γιατροί πήραν υπόψη τους τους ανέμους που φυσούσαν σε κάθε περιοχή και κατ᾽επέκταση το είδος τους αέρα που ανέπνεε ο πληθυσμός. Η θεραπευτική αγωγή ήταν λοιπόν διαφορετική για κάθε πόλη.

Αυτός ο τρόπος αντιμετώπισης της ασθένειας θυμίζει μια γενική πρακτική των ιπποκρατικών γιατρών που υποστήριζαν ότι το κάθε σώμα έχει τις ιδιαιτερότητες του και οι θεραπείες πρέπει να διαφοροποιούνται ανάλογα με τον ασθενή. Στην περίπτωση της «λοιμικού νοσήματος» κάθε πόλη αντιμετωπίστηκε σαν ένα σώμα με τα δικά του χαρακτηριστικά. Ενώ λοιπόν η θεραπευτική αγωγή ήταν κοινή για το σύνολο των κατοίκων μιας πόλης, αυτή διαφοροποιήθηκε από τον ένα τόπο στον άλλο, από τη μια συλλογικότητα δηλαδή στην άλλη. Η γνώση της ιδιαιτερότητας ενός τόπου από τον κάτοχο της ιατρικής τέχνης, έπαιξε αδιαμφισβήτητα ρόλο στην ίαση των κατοίκων.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως η λοιμική νόσος αντιμετωπιζόταν από τους ιπποκρατικούς γιατρούς με μια συλλογική και συγχρόνως ειδική θεραπεία που λάμβανε υπόψη της τις ιδιαιτερότητες της κάθε πόλης.

Όσο για την απάντηση της εκάστοτε πόλης στο γιατρό που την θεράπευσε, ήταν επίσης συλλογική δεδομένου ότι ήταν το σύνολο του πληθυσμού της που είχε πρόσβαση στη θεραπεία και όχι μόνο ένα μέρος της. Ο γιατρός αντιμετωπίστηκε σαν δημόσιο πρόσωπο όπως αποδεικνύουν, για παράδειγμα, οι δημόσιες τιμές που απέδωσαν οι Αθηναίοι στον Ιπποκράτη για την πολύτιμη προσφορά του. Η σχέση που χτίστηκε λοιπόν μεταξύ θεράποντα και θεραπευόμενου σε περίοδο επιδημίας ήταν αμφίδρομη και δεν ήταν ιδιωτική αλλά δημόσια.

Η συλλογική διάσταση της αντιμετώπισης μιας μολυσματικής ασθένειας φαίνεται ξεκάθαρα στην περιγραφή του λοιμού που χτύπησε την Αθήνα το 430 π.χ. κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Σύμφωνα με τη διήγηση του Πλουτάρχου στο Βίο του Περικλή, οι Αθηναίοι συνέδεσαν τις πολιτικές αποφάσεις του Περικλή με την διάδοση της λοιμικής νόσου. Θεώρησαν πως η νόσος εξαπλώθηκε λόγω της συσσώρευσης μέσα στην πόλη των αγροτών που, ας θυμίσουμε, είχε απομακρύνει ο Περικλής από τα χωράφια τους και τους είχε υποχρέωσει να παραμείνουν στο εσωτερικό της πόλης για στρατηγικούς λόγους. Ο συνωστισμός τους μέσα στα τείχη, σε κλειστούς χώρους όπου δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν τον καθαρό αέρα της υπαίθρου, προκάλεσε την μόλυνση του ενός από τον άλλον. Για τους Αθηναίους λοιπόν, η αλλαγή του τρόπου ζωής των αγροτών και οι συνθήκες συνωστισμού ευνόησαν τη μετάδοση της νόσου και οι ευθύνες αναζητούνταν τώρα στην πολιτική εξουσία.

Θα ήταν βέβαια αναχρονιστικό να αποδώσουμε στους Αθηναίους μια συνειδητοποιημένη οικολογική σκέψη, ο όρος και η έννοια άλλωστε δεν υφίστανται στην αρχαιότητα. Ωστόσο αυτό που καταλαβαίνει ο σύγχρονος αναγνώστης με την ανάγνωση της πλουταρχικής διήγησης, είναι πως η αλλαγή της ισορροπίας στη γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού, η απομάκρυνση από τη φύση, η βίαιη και μη σχεδιασμένη αστικοποίηση και ο συνωστισμός που επακολούθησε, αδυνάτισαν την άμυνα του πληθυσμού και διευκόλυναν τη μετάδοση της λοιμώδους ασθένειας.

Ο Θουκυδίδης, από την πλευρά του, ενώ κάνει λόγο για τις πιθανές αιτίες του λοιμού, αποφεύγει να δώσει τη γνώμη του επί του θέματος. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι αναφορές του στις ηθικές και κοινωνικές συνέπειες της ασθένειας. Η διήγησή του, συγκεκριμένα, αναδεικνύει πως κατά τη διάρκεια του λοιμού στην Αθήνα, η ατομικότητα νίκησε εις βάρος της συλλογικότητας.

Οι Αθηναίοι αφέθηκαν στις ατομικές λύσεις εγκαταλείποντας συνήθειες και πρακτικές που μέχρι τότε τους όριζαν ως μέλη μιας ευνομούμενης και δομημένης κοινωνίας. Αυτή η συμπεριφορά σχετίζεται σίγουρα με το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να βρεθεί καμία αποτελεσματική θεραπεία δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον ιστορικό πάντα, όποιο φάρμακο ωφελούσε τον έναν έβλαπτε τον άλλο. Με άλλα λόγια, η αδυναμία να βρεθεί μια συλλογική θεραπεία οδήγησε στην εγκατάλειψη των συλλογικών κοινωνικών πρακτικών. Πράγματι, από το φόβο να μην κολλήσουν, οι Αθηναίοι δεν πλησίαζαν πια τους αρρώστους οι οποίοι πέθαιναν μόνοι και έρημοι. Η γενική κούραση τους οδήγησε μάλιστα να εγκαταλείψουν το τελετουργικό των κηδειών ενώ κυριάρχησε μια γενική ανομία.

Συνειδητοποιώντας πόσο εφήμερη είναι η ζωή, οι Αθηναίοι ρίχτηκαν σε κάθε είδους ηδονές χωρίς να υπολογίζουν τους ανθρώπινους νόμους, το φόβο προς τους θεούς ή τη δικαιοσύνη, πεπεισμένοι όπως ήταν πως δεν θα ζούσαν πολύ για να τιμωρηθούν. Με άλλα λόγια, η επιδημία και η έλλειψη μιας κοινής, συλλογικής θεραπείας έθεσε σε δοκιμασία την ανθεκτικότητά του συνόλου και διήρεσε τον πληθυσμό που στράφηκε σε ατομικές πρακτικές. Οι Αθηναίοι έπαψαν για ένα διάστημα να λειτουργούν σαν συλλογικότητα.

Καταλαβαίνουμε από τα παραπάνω πως αυτό που δοκιμάζεται σε περίπτωση επιδημίας είναι η ικανότητα των πολιτών και των γιατρών να δράσουν συλλογικά. Κατά την επιδημία στην Αθήνα ήταν η ίδια η συλλογικότητα που δοκιμάστηκε. Αποκομμένοι από αυτήν, χωρίς να έχουν πρόσβαση σε κοινές θεραπευτικές αγωγές, οι Αθηναίοι έδρασαν ατομικά και αδιαφόρησαν για τους κανόνες του κοινωνικού, νομικού και θρησκευτικού πλαισίου μέσα στο οποίο ζούσαν.

Σε αυτό ίσως συνέβαλε και η προηγούμενη του λοιμού απόφαση της πολιτικής εξουσίας να μεταφέρει τμήματα του πληθυσμού στο εσωτερικό της πόλης προκαλώντας έτσι έναν πρωτόγνωρο συνωστισμό. Όταν όμως οι ιπποκρατικοί γιατροί ανέλαβαν να θεραπεύσουν τις πόλεις από τον λοιμό, η συλλογικότητα δεν υπέκυψε στην ατομικότητα και αυτό προφανώς διότι οι γιατροί έδρασαν συντεταγμένα, συλλογικά, και πρότειναν μια αποτελεσματική, δημόσια, θεραπευτική αγωγή, αφού πρώτα αξιολόγησαν τις κλιματικές ιδιαιτερότητες της κάθε πόλης, πήραν δηλαδή υπόψη τους την επίδραση του περιβάλλοντος στην υγεία του ανθρώπου. Οι ελληνικές πόλεις τελικά θεραπεύτηκαν και αναδιοργανώθηκαν.

Αυτή η σύντομη και σίγουρα μερική αναδρομή στις αρχαίες διηγήσεις για τις επιδημίες, μας ωθεί να αναλογιστούμε πού τοποθετούμε τη δική μας έννοια της συλλογικότητας και ποιο βάρος δίνουμε στις πολιτικές αποφάσεις που σηματοδότησαν τα τελευταία χρόνια τον τρόπο της συλλογικής μας ζωής. Ίσως οι συνθήκες εγκλεισμού που βιώνουμε και η φυσική μας αποκοπή από το σύνολο είναι η ευκαιρία για μια ενδοσκόπηση που θα μας οδηγήσει να ορίσουμε τί σημαίνει για τον καθένα μας η συλλογικότητα και ποια αξία θέλουμε να της αποδώσουμε τώρα αλλά και αργότερα, όταν ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας.

Όσο και εάν το οικονομικό σύστημα των καιρών μας προωθεί τον ατομικισμό, η κρίση αυτή αδιαμφισβήτητα φέρνει στο φως το πόσο αλληλένδετες είναι οι ζωές μας και η υγεία μας. Πόσο συλλογικά πορευόμαστε.

Έγιναν αναφορές στα παρακάτω κείμενα : Ιπποκρατική συλλογή, Επιστολές, Littré, Œuvres complètes, τ. IX, σ. 313-317, 400-403, 417-421, Περί αέρων, υδάτων και τόπων, Littré, Œuvres complètes, τ. II, σ. 13-14, Πλούταρχος, Βίος του Περικλή, §34, Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, II, §17, §47-54.

Για τον λοιμό στην αρχαία Ελλάδα, βλ. ενδεικτικά : F. Dupont, «Pestes d’hier, pestes d’aujourd’hui», Histoire, Économie et Société, τ. 3, Santé, médecine et politiques de santé, 1984, σ. 511-524. L. Kallet, « Thucydides, Apollo, the Plague, and the War», The American Journal of Philology, τ. 134, 2013, σ. 355-382. D. L. Page, «Thucydides’ Description of the Great Plague at Athens», The Classical Quarterly, τ. 3, 1953, σ. 97-119.


*Η Μαρία Βαμβούρη, είναι καθηγήτρια αρχαίων Ελληνικών στη Λωζάνη της Ελβετίας, ερευνήτρια και επιστημονική συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης