Αναμένονται ραγδαίες εξελίξεις- Επανίδρυση της Ευρώπης στην Μετα-Brexit Εποχή

Γράφει ο Κωτάντζης Ι. Κωνσταντίνος
Ευρωπαιολόγος – Δημοσιογραφικός αναλυτής ευρωπαϊκών θεμάτων

Από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλλες για την έγκριση της συμφωνίας αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν υπενθύμισε την πρόθεσή του για περαιτέρω ενοποίηση της Ευρώπης. Αυτή τη φορά, όμως, έκανε λόγο και για «επανίδρυση».

Το Brexit δείχνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι «εύθραυστη» και ότι υπάρχει ανάγκη «επανίδρυσής» της, δήλωσε.

Ο κ. Μακρόν ήταν πιο αποκαλυπτικός από το Βερολίνο, όπου είχε δηλώσει πως «τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να παραχωρήσουν μεγαλύτερο μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας στις Βρυξέλλες, ώστε να γίνει μια νέα αρχή για την Ένωση, η οποία και θα πρέπει να ανεξαρτητοποιηθεί και να δραστηριοποιηθεί με ζητήματα όπως ο κοινός ευρωπαϊκός στρατός και ο κοινός προϋπολογισμός».

Με τον πρόεδρο της Γαλλίας συντάχθηκε και η καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ. Σε ομιλία της ανέφερε ότι «τα εθνικά κράτη θα πρέπει να είναι έτοιμα να παραχωρήσουν μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας. Όλα αυτά, όμως, εντός ενός οργανωμένου πλαισίου. […]. Φυσικά, τέτοιες αποφάσεις, πρέπει να λαμβάνονται από τις πλειοψηφίες των εθνικών Κοινοβουλίων» ξεκαθάρισε.

Το Brexit συσπειρώνει την Ευρώπη

«Κάθε αποχωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος», είχε γράψει η αγγλίδα μυθιστοριογράφος Τζώρτζ Έλιοτ.

Στην περίπτωση του Brexit, μπορεί η απόφαση της Βρετανίας να εγκαταλείψει την Ευρωπαϊκή Ένωση να προκαλεί μια αυθόρμητη θλίψη, πρακτικά όμως, αυτό που συμβαίνει είναι η δρομολόγηση θετικών εξελίξεων για την Ένωση. Θετικές, φυσικά, για όσους ασπάζονται το όραμα του πρώην πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου Ουίνστον Τσώρτσιλ και των πρωτεργατών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, για μια ομοσπονδιακή Ευρώπη στο πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Η βρετανική απουσία από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα επιτρέψει στα υπόλοιπα 27 κράτη-μέλη, να αξιοποιήσουν μεγαλύτερο εύρος επιλογών σε περισσότερους τομείς ενωσιακής πολιτικής, τους οποίους η βρετανική εξωτερική πολιτική, ανέκαθεν, προσέγγιζε με αρνητισμό μπλοκάροντας πολλές πρωτοβουλίες υπέρ της εμβάθυνσης της Ένωσης.

Δυο σημαντικοί τέτοιοι τομείς, είναι η άμυνα και η εξωτερική πολιτική.

Όπως είπε πρόσφατα, ο πρώην επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών πληροφοριών του Ηνωμένου Βασιλείου (MI6) Ρίτσαρντ Ντίαρλοβη: «Οι βρετανικές κυβερνήσεις ήταν προσεκτικές στο να διασφαλίζουν, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα ανέπτυσσε καμία δυνατότητα σοβαρής εθνικής ασφάλειας ή αμυντικές ικανότητες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το Ηνωμένο Βασίλειο».

Η Βρετανία ήταν μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εκτός των υψηλών επιχειρησιακών της δυνατοτήτων, διέθετε τον

μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό στην Ένωση, πληρεί τον συμφωνηθέντα στόχο του ΝΑΤΟ με την συνεισφορά του 2% του ΑΕΠ της, και όπως επισημαίνει το βρετανικό think tank «Ινστιτούτο για τη Διακυβέρνηση», «[το Ηνωμένο Βασίλειο], είναι ένα από τα δύο κράτη-μέλη που διαθέτουν πλήρους φάσματος στρατιωτικές ικανότητες, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας πυρηνικής αποτροπής».

Παρά τη στενή του συνεργασία με τη Γαλλία, την άλλη μεγάλη στρατιωτική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί απόλυτη σύμπλευση με τις ΗΠΑ, είναι ένθερμος υποστηρικτής του ΝΑΤΟ και πολέμιο της ιδέας ενός ευρωπαϊκού στρατού.

Ωστόσο, στην ηπειρωτική Ευρώπη, κυριαρχεί μια άλλη λογική. Στη Γερμανία έχει ενταθεί η απροθυμία να εξακολουθεί η χώρα να βασίζει την άμυνά της στις ΗΠΑ, ενώ στη Γαλλία, έχουν αυξηθεί οι υπέρμαχοι της δημιουργίας ενός ευρωστρατού και της οργάνωσης μιας κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, ώστε η Ευρώπη να αποκτήσει αμυντική αυτονομία.

Η βούληση των δυο «κινητήρων» της Ευρωπαϊκής Ένωσης για βαθύτερη ενοποίηση της Ευρώπης, εκτός από την περαιτέρω θεσμική και πολιτική σύγκλιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, απαιτεί και την ενοποίηση βιομηχανιών σε όλους τους τομείς παραγωγής. Κάτι που ισχύει και για την άμυνα. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπουργός Άμυνας της Γερμανίας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και η Γαλλίδα ομόλογός της Φλοράνς Παρλί, ανακοίνωσαν ότι, μέχρι τα μέσα του 2019, αναμένουν την παραλαβή ενός κοινού σχεδίου από την γερμανική βιομηχανία κατασκευής όπλων Rheinmetall και την γαλλογερμανική εταιρεία συμμετοχών KNDS, η οποία αποτελείται από την γερμανική βιομηχανία αμυντικών συστημάτων Krauss-Maffei Wegmann (KMW) και την γαλλική Nexter Defense Systems. Το σχέδιο αφορά την ανάπτυξη ενός κοινού Κύριου Χερσαίου Συστηματος Μάχης (MCGS) που θα περιλαμβάνει επανδρωμένα και μη επανδρωμένα, ελαφρά και βαρέα οχήματα καθώς και άρματα μάχης. Το αρχικό συμβόλαιο φημολογείται ότι ανέρχεται σε €30 δις, αλλά εφόσον θα εμπλέκονται και άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως προβλέπει το σχέδιο, το ποσό θα μπορούσε να ανέλθει, τις επόμενες δύο δεκαετίες, στα €100 δις.

Οι δύο υπουργοί συμφώνησαν, επίσης, και για το πώς ακριβώς θα συνεργαστούν, οι δυο αεροδιαστημικές βιομηχανίες, η γαλλική Dassault Aviation και η γαλλο-γερμανική Airbus, για την επεξεργασία νέων ιδεών σχετικά με την δημιουργία κοινής αεράμυνας. Η ανακοίνωση των δυο υπουργών Άμυνας διαλύει τον ανταγωνισμό μεταξύ της Airbus, της Dassault και άλλων εταιρειών, για το ποιος θα αναλάβει επικεφαλής ανάπτυξης του Ολοκληρωμένου Συστήματος Εναέριας Μάχης (FCAS), το οποίο περιλαμβάνει, από μαχητικά αεροσκάφη μέχρι drones, δικτύωση και υψηλής τεχνολογίας όπλα. Άλλες επιχειρήσεις, όπως η γαλλική Thales αναμένεται να συμμετάσχουν και αυτές στο νέο πρόγραμμα με την σχετική σύμβαση να υπογράφεται στις αρχές του 2019. Οι γαλλικές εταιρείες θα αναλάβουν ότι αφορά τα εναέρια μέσα, ενώ οι γερμανικές ότι αφορά τα επίγεια. Εκτιμήσεις αναφέρουν, πως τα συστήματα αεράμυνας κοστίζουν περίπου €500 δισεκατομμύρια.

Μέχρι πολύ πρόσφατα, η Rheinmetall, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής όπλων της Γερμανίας, και η Krauss-Maffei Wegmann (KMW) θεωρούνταν ανταγωνιστές στη διεθνή σκηνή. Το καλοκαίρι, όμως, η γερμανική κυβέρνηση πρότεινε στις δύο γερμανικές βιομηχανίες να συγχωνευτούν, πρόταση που λήφθηκε πολύ σοβαρά υπόψη. Η Rheinmetall προτίθεται να αναλάβει την KMW, αλλά προβληματίζεται για ενδεχόμενη απροθυμία των γαλλικών μελών της KNDS, στην οποία υπάγεται η KMW. Ωστόσο, η συμφωνία μεταξύ της υπουργού Άμυνας της Γαλλίας κ. Παρλί και της ομολόγου της στη Γερμανία, είναι μια ελπιδοφόρα ένδειξη ότι η γαλλική κυβέρνηση δεν θα εμποδίσει τη συγχώνευση.

Ο τομέας της ναυτικής άμυνας αναμένεται και αυτός να επωφεληθεί με παρόμοιες συγχωνεύσεις. Η γαλλική κρατική βιομηχανία Naval Group ενδέχεται να στραφεί με σχετική προσφορά προς τον ανταγωνιστή της, την γερμανική ThyssenKrupp Marine Systems, η οποία έχει δηλώσει πως είναι ανοικτή σε μια καλή προσφορά. Η Naval Group είχε ενδιαφερθεί και παλαιότερα για τέτοιες συγχωνεύσεις αλλά βρήκε μπροστά της τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία προτιμούσε την διατήρηση των θέσεων εργασίας στη συνεχώς αποδυναμούμενη ναυτιλιακή της βιομηχανία.

Είναι γεγονός ότι τα δεδομένα για την ευρωπαική ολοκλήρωση έχουν αλλάξει, και αναμένεται να αλλάξουν ραγδαία, μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Αναμφίβολα, για όσα κράτη-μέλη πιστεύουν στην ουσιαστική πολιτική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα υπάρξει «πεδίο δόξης λαμπρό» για ευκαιρίες σε όλους τους τομείς.

Κοινοποιήστε
  • 94
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
    94
    Shares
  • 94
  •  
  •